definition

ETYMOLOGY

[from the Greek άπτερος, "wingless": α-, "without" + πτερόν, "wing"]

DEFINITION

  • I. [architectural] having columns at one or both ends, but not along the sides, used especially of a classical temple.
  • II. [zoology] without wings, wingless.
 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Η Apteral είναι τεχνική εταιρεία και δραστηριοποιείται στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας και των Βορείων Σποράδων, έχοντας ως έδρα την πόλη του Βόλου. Πρωτέυoν αντικείμενο και προτεραιότητα της εταιρείας αποτελούν οι κατασκευές κάθε είδους, είτε πρόκειται για ιδιωτικά έργα, είτε για δημόσια, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα κτιριακά έργα.

Η εταιρεία, έχοντας στο δυναμικό της Διπλωματούχους Πολιτικούς Μηχανικούς με ποικίλλες διαδρομές στον χώρο, καθώς και την υποστήριξη ενός ολοκληρωμένου δικτύοου συνεργατών και εξειδικευμένων συνεργείων, είναι σε θέση να παρέχει ολοκληρωμένες λύσεις, από το σχεδιαστικό και μελετητικό στάδιο έως και την κατασκευή, παράδοση και συντήρηση του έργου.

Είμαστε ότι πράττουμε κατ' επανάληψη. Επομένως, η αριστεία δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια.

Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.)